απομαγνητίζω
•
- φυσικήαφαιρώ την ιδιότητα του μαγνητισμού από κάποιο σώμα ή αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομαγνητίζω < απο- + μαγνητίζω (λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική démagnétiser < (ελληνιστική κοινή) (λίθος) < αρχαία ελληνική Μαγνῆτις (λίθος) < Μαγνησία < Μάγνης
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομαγνητίζω | απομαγνητίζεις | απομαγνητίζει | απομαγνητίζουμε | απομαγνητίζετε | απομαγνητίζουν / απομαγνητίζουνε |
| Παρατατικός | απομαγνήτιζα | απομαγνήτιζες | απομαγνήτιζε | απομαγνητίζαμε | απομαγνητίζατε | απομαγνήτιζαν / απομαγνητίζαν / απομαγνητίζανε |
| Αόριστος | απομαγνήτισα | απομαγνήτισες | απομαγνήτισε | απομαγνητίσαμε | απομαγνητίσατε | απομαγνήτισαν / απομαγνητίσαν / απομαγνητίσανε |
| Μέλλοντας | θα απομαγνητίζω / θα απομαγνητίσω | θα απομαγνητίζεις / θα απομαγνητίσεις | θα απομαγνητίζει / θα απομαγνητίσει | θα απομαγνητίζουμε / θα απομαγνητίσουμε | θα απομαγνητίζετε / θα απομαγνητίσετε | θα απομαγνητίζουν / θα απομαγνητίζουνε / θα απομαγνητίσουν / θα απομαγνητίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απομαγνητίσει | έχεις απομαγνητίσει | έχει απομαγνητίσει | έχουμε απομαγνητίσει | έχετε απομαγνητίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομαγνητίσει | είχες απομαγνητίσει | είχε απομαγνητίσει | είχαμε απομαγνητίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απομαγνητίσει / να απομαγνητίζω / να απομαγνητίσω | να έχεις απομαγνητίσει / να απομαγνητίζεις / να απομαγνητίσεις | να έχει απομαγνητίσει / να απομαγνητίζει / να απομαγνητίσει | να έχουμε απομαγνητίσει / να απομαγνητίζουμε / να απομαγνητίσουμε | να έχετε απομαγνητίσει / να απομαγνητίζετε / να απομαγνητίσετε | να απομαγνητίζουν / να απομαγνητίζουνε / να απομαγνητίσουν / να απομαγνητίσουνε |
| Προστακτική | — | απομαγνήτιζε / απομαγνήτισε | — | — | απομαγνητίζετε / απομαγνητίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →