Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομεικτικός

/a.po.mi.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απόμειξη / απομειξία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
    • Το Bi και ο Ag μπορούν να συνυπάρχουν στο γαληνίτη είτε ως στερεό διάλυμα (Ag, Bi)S-PbS είτε ως απομεικτική φάση AgBiS₂ (ματιλδίτης).

Ετυμολογία

απομεικτικός < απόμειξη, απο- + θέμα μειγ- (μείξη) > μεικ- με [ɣ] > [k] + -τικός :* για τη βιολογία: < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική apomictic < αρχαία ελληνική ἀπό + -mictic στο αγγλικό Βικιλεξικό < μεῖξις / μίξις

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομεικτικόςαπομεικτικήαπομεικτικό
Γενικήαπομεικτικούαπομεικτικήςαπομεικτικού
Αιτιατικήαπομεικτικόαπομεικτικήαπομεικτικό
Κλητικήαπομεικτικέαπομεικτικήαπομεικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομεικτικοίαπομεικτικέςαπομεικτικά
Γενικήαπομεικτικώναπομεικτικώναπομεικτικών
Αιτιατικήαπομεικτικούςαπομεικτικέςαπομεικτικά
Κλητικήαπομεικτικοίαπομεικτικέςαπομεικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →