απόμειξη
•
- βιολογίατρόπος αγενούς αναπαραγωγής, κυρίως στα φυτά, κατά τον οποίο σχηματίζονται σπέρματα ή νέοι οργανισμοί χωρίς κανονική γονιμοποίηση, με αποτέλεσμα οι απόγονοι να είναι συνήθως γενετικά όμοιοι ή πολύ κοντινοί με το μητρικό άτομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόμειξη < από- + μείξη :* για τη βιολογία, ιδίως τη βοτανική: λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική apomixis + -η < γερμανική Apomixis < αρχαία ελληνική ἀπό + μεῖξις :* για τη γεωλογία, τα μεταλλεύματα: < απόδοση για την αγγλική exsolution ή για την αγγλική segregation :* για την οικοδομική: < απόδοση για την αγγλική segregation ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόμειξη | απομείξεις |
| Γενική | απόμειξης | απομείξεων |
| Αιτιατική | απόμειξη | απομείξεις |
| Κλητική | απόμειξη | απομείξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →