Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομιμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με την απομίμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Δυτική Αττική: Εντοπίστηκε κατάστημα με απομιμητικά προϊόντα - Συνελήφθη ο ιδιοκτήτης (antenna.gr, 27/4/2024 https://www.antenna.gr/Society/article/4/957158/dytiki-attiki-entopistike-katastima-me-apomimitika-proionta-synelifthi-o-idioktitis)

Ετυμολογία

απομιμητικός < απομίμηση + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομιμητικόςαπομιμητικήαπομιμητικό
Γενικήαπομιμητικούαπομιμητικήςαπομιμητικού
Αιτιατικήαπομιμητικόαπομιμητικήαπομιμητικό
Κλητικήαπομιμητικέαπομιμητικήαπομιμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομιμητικοίαπομιμητικέςαπομιμητικά
Γενικήαπομιμητικώναπομιμητικώναπομιμητικών
Αιτιατικήαπομιμητικούςαπομιμητικέςαπομιμητικά
Κλητικήαπομιμητικοίαπομιμητικέςαπομιμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →