κίβδηλος
•
- νόμισμα, ιδιαίτερα μεταλλικό - κέρμα, που είναι προϊόν παραχάραξης, μη γνήσιο, πλαστό Βικιλεξικό
- Οι λίρες που ήθελαν να μας πουλήσουν ήταν κίβδηλες.
- μεταφορικάγια οτιδήποτε παρουσιάζει εξωτερικά μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα ενώ στην πραγματικότητα στερείται αξίας Βικιλεξικό
- Μπορεί να σου εμπνέει σεβασμό και σιγουριά, αλλά μην τον εμπιστεύεσαι. Είναι κίβδηλος άνθρωπος.
- Τα ιδανικά τους ακούγονταν όμορφα κι ήταν ελκυστικά, αλλά αποδείχτηκαν στην πράξη κίβδηλα.
Ετυμολογία
κίβδηλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κίβδηλος < κίβδος (σκουριά με την οποία νόθευαν το χρυσό)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κίβδηλος | κίβδηλη | κίβδηλο |
| Γενική | κίβδηλου | κίβδηλης | κίβδηλου |
| Αιτιατική | κίβδηλο | κίβδηλη | κίβδηλο |
| Κλητική | κίβδηλε | κίβδηλη | κίβδηλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κίβδηλοι | κίβδηλες | κίβδηλα |
| Γενική | κίβδηλων | κίβδηλων | κίβδηλων |
| Αιτιατική | κίβδηλους | κίβδηλες | κίβδηλα |
| Κλητική | κίβδηλοι | κίβδηλες | κίβδηλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →