Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομνημόνευμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνήθως στον πληθυντικόγραπτή καταγραφή προσωπικών δράσεων και ιστορικών γεγονότων που επηρεάστηκαν ή διαμορφώθηκαν απ’ αυτές και (κατ’ επέκταση) το σχετικό λογοτεχνικό είδος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομνημόνευμα < (ελληνιστική κοινή) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική mémoires)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπομνημόνευμααπομνημονεύματα
Γενικήαπομνημονεύματοςαπομνημονευμάτων
Αιτιατικήαπομνημόνευμααπομνημονεύματα
Κλητικήαπομνημόνευμααπομνημονεύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →