απομονωτήριο
•
- χώρος (σε φυλακές, νοσοκομεία κ.α.) όπου ακούσια απομονώνουν κάποιους Βικιλεξικό
- χώρος όπου εκούσια απομονώνεται κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομονωτήριο < απομονώ(νω) + -τήριο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική lieu d'isolement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απομονωτήριο | απομονωτήρια |
| Γενική | απομονωτήριου / απομονωτηρίου | απομονωτήριων / απομονωτηρίων |
| Αιτιατική | απομονωτήριο | απομονωτήρια |
| Κλητική | απομονωτήριο | απομονωτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →