Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομονωτήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χώρος (σε φυλακές, νοσοκομεία κ.α.) όπου ακούσια απομονώνουν κάποιους Βικιλεξικό
  2. χώρος όπου εκούσια απομονώνεται κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομονωτήριο < απομονώ(νω) + -τήριο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική lieu d'isolement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπομονωτήριοαπομονωτήρια
Γενικήαπομονωτήριου / απομονωτηρίουαπομονωτήριων / απομονωτηρίων
Αιτιατικήαπομονωτήριοαπομονωτήρια
Κλητικήαπομονωτήριοαπομονωτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →