Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομονώνω

ρήμα
•
  1. γενικάενεργώ ώστε κάτι να είναι μόνο του, να βρίσκεται μακριά από τα όμοιά του ή τον περίγυρό του, να μην επικοινωνεί με αυτό Βικιλεξικό
  2. για πρόσωπααποκλείω κάποιον από κοινωνικές συναναστροφές Βικιλεξικό
  3. για χημικές ουσίεςεπιτυγχάνω να διαχωρίσω μια χημική ουσία από άλλες με τις οποίες είναι ενωμένη ή αναμεμειγμένη Βικιλεξικό
  4. για τμήματα λόγουπροβάλλω μία φράση ή τμήμα κειμένου χωρίς τα συμφραζόμενά του κατά τρόπο ώστε να διαστρέφω το νόημά του Βικιλεξικό
  5. για δίκτυααποκόπτω ένα τμήμα του δικτύου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομονώνω < μεταφορά στην ενεργητική φωνή του ελληνιστικού ἀπομονέομαι, -οῦμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπομονώνωαπομονώνειςαπομονώνειαπομονώνουμεαπομονώνετεαπομονώνουν / απομονώνουνε
Παρατατικόςαπομόνωνααπομόνωνεςαπομόνωνεαπομονώναμεαπομονώνατεαπομονώναν / απομονώνανε / απομόνωναν
Αόριστοςαπομόνωσααπομόνωσεςαπομόνωσεαπομονώσαμεαπομονώσατεαπομονώσαν / απομονώσανε / απομόνωσαν
Μέλλονταςθα απομονώνω / θα απομονώσωθα απομονώνεις / θα απομονώσειςθα απομονώνει / θα απομονώσειθα απομονώνουμε / θα απομονώσουμεθα απομονώνετε / θα απομονώσετεθα απομονώνουν / θα απομονώνουνε / θα απομονώσουν / θα απομονώσουνε
Παρακείμενοςέχω απομονώσειέχεις απομονώσειέχει απομονώσειέχουμε απομονώσειέχετε απομονώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απομονώσειείχες απομονώσειείχε απομονώσειείχαμε απομονώσει——
Υποτακτικήνα έχω απομονώσει / να απομονώνω / να απομονώσωνα έχεις απομονώσει / να απομονώνεις / να απομονώσειςνα έχει απομονώσει / να απομονώνει / να απομονώσεινα έχουμε απομονώσει / να απομονώνουμε / να απομονώσουμενα έχετε απομονώσει / να απομονώνετε / να απομονώσετενα απομονώνουν / να απομονώνουνε / να απομονώσουν / να απομονώσουνε
Προστακτική—απομόνωνε / απομόνωσε——απομονώνετε / απομονώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →