απομονώνω
•
- γενικάενεργώ ώστε κάτι να είναι μόνο του, να βρίσκεται μακριά από τα όμοιά του ή τον περίγυρό του, να μην επικοινωνεί με αυτό Βικιλεξικό
- για πρόσωπααποκλείω κάποιον από κοινωνικές συναναστροφές Βικιλεξικό
- για χημικές ουσίεςεπιτυγχάνω να διαχωρίσω μια χημική ουσία από άλλες με τις οποίες είναι ενωμένη ή αναμεμειγμένη Βικιλεξικό
- για τμήματα λόγουπροβάλλω μία φράση ή τμήμα κειμένου χωρίς τα συμφραζόμενά του κατά τρόπο ώστε να διαστρέφω το νόημά του Βικιλεξικό
- για δίκτυααποκόπτω ένα τμήμα του δικτύου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομονώνω < μεταφορά στην ενεργητική φωνή του ελληνιστικού ἀπομονέομαι, -οῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομονώνω | απομονώνεις | απομονώνει | απομονώνουμε | απομονώνετε | απομονώνουν / απομονώνουνε |
| Παρατατικός | απομόνωνα | απομόνωνες | απομόνωνε | απομονώναμε | απομονώνατε | απομονώναν / απομονώνανε / απομόνωναν |
| Αόριστος | απομόνωσα | απομόνωσες | απομόνωσε | απομονώσαμε | απομονώσατε | απομονώσαν / απομονώσανε / απομόνωσαν |
| Μέλλοντας | θα απομονώνω / θα απομονώσω | θα απομονώνεις / θα απομονώσεις | θα απομονώνει / θα απομονώσει | θα απομονώνουμε / θα απομονώσουμε | θα απομονώνετε / θα απομονώσετε | θα απομονώνουν / θα απομονώνουνε / θα απομονώσουν / θα απομονώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απομονώσει | έχεις απομονώσει | έχει απομονώσει | έχουμε απομονώσει | έχετε απομονώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομονώσει | είχες απομονώσει | είχε απομονώσει | είχαμε απομονώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απομονώσει / να απομονώνω / να απομονώσω | να έχεις απομονώσει / να απομονώνεις / να απομονώσεις | να έχει απομονώσει / να απομονώνει / να απομονώσει | να έχουμε απομονώσει / να απομονώνουμε / να απομονώσουμε | να έχετε απομονώσει / να απομονώνετε / να απομονώσετε | να απομονώνουν / να απομονώνουνε / να απομονώσουν / να απομονώσουνε |
| Προστακτική | — | απομόνωνε / απομόνωσε | — | — | απομονώνετε / απομονώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →