απομόνωση
•
- η ενέργεια με την οποία απομονώνω κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- επιδημιολογίαη κατάσταση κατά την οποία κάποιος ζει απομονωμένος, μακριά από τον κόσμο, ή είναι απομονωμένος από κάποιο φυσικό ή κοινωνικό περιβάλλον Βικιλεξικό
- ειδικός χώρος σε φυλακή όπου οδηγούνται οι κρατούμενοι σε περίπτωση πειθαρχικού παραπτώματος και μένουν εκεί μόνοι, χωρίς να έρχονται σε επαφή με συγκρατούμενους ή επισκέπτες Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνιδιότητα όπου οι συναλλαγές (transactions) πρέπει να είναι ανεξάρτητες μεταξύ του (βλ. ACID) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομόνωση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απομόνωση | απομονώσεις |
| Γενική | απομόνωσης | απομονώσεων |
| Αιτιατική | απομόνωση | απομονώσεις |
| Κλητική | απομόνωση | απομονώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →