απομυζητικός
•
- που έχει σχέση με την απομύζηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομυζητικός < απομυζώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απομυζητικός | απομυζητική | απομυζητικό |
| Γενική | απομυζητικού | απομυζητικής | απομυζητικού |
| Αιτιατική | απομυζητικό | απομυζητική | απομυζητικό |
| Κλητική | απομυζητικέ | απομυζητική | απομυζητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απομυζητικοί | απομυζητικές | απομυζητικά |
| Γενική | απομυζητικών | απομυζητικών | απομυζητικών |
| Αιτιατική | απομυζητικούς | απομυζητικές | απομυζητικά |
| Κλητική | απομυζητικοί | απομυζητικές | απομυζητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →