Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομυζητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απομύζηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομυζητικός < απομυζώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομυζητικόςαπομυζητικήαπομυζητικό
Γενικήαπομυζητικούαπομυζητικήςαπομυζητικού
Αιτιατικήαπομυζητικόαπομυζητικήαπομυζητικό
Κλητικήαπομυζητικέαπομυζητικήαπομυζητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομυζητικοίαπομυζητικέςαπομυζητικά
Γενικήαπομυζητικώναπομυζητικώναπομυζητικών
Αιτιατικήαπομυζητικούςαπομυζητικέςαπομυζητικά
Κλητικήαπομυζητικοίαπομυζητικέςαπομυζητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →