απομυζώ
•
- κυριολεκτικάεκμυζώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομυζώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀπομυζῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική μυζάω / μυζέω / μυζῶ ((μεταφορικά) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sucer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομυζάω / απομυζώ | απομυζάς | απομυζά / απομυζάει | απομυζάμε / απομυζούμε | απομυζάτε | απομυζάν / απομυζάνε / απομυζούν / απομυζούνε |
| Παρατατικός | απομυζούσα | απομυζούσες | απομυζούσε | απομυζούσαμε | απομυζούσατε | απομυζούσαν / απομυζούσανε |
| Αόριστος | απομύζησα | απομύζησες | απομύζησε | απομυζήσαμε | απομυζήσατε | απομυζήσαν / απομυζήσανε / απομύζησαν |
| Μέλλοντας | θα απομυζάω / θα απομυζήσω / θα απομυζώ | θα απομυζάς / θα απομυζήσεις | θα απομυζά / θα απομυζάει / θα απομυζήσει | θα απομυζάμε / θα απομυζήσουμε / θα απομυζούμε | θα απομυζάτε / θα απομυζήσετε | θα απομυζάν / θα απομυζάνε / θα απομυζήσουν / θα απομυζήσουνε / θα απομυζούν / θα απομυζούνε |
| Παρακείμενος | έχω απομυζήσει | έχεις απομυζήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομυζήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απομυζήσει / να απομυζάω / να απομυζήσω / να απομυζώ | να έχεις απομυζήσει / να απομυζάς / να απομυζήσεις | να απομυζά / να απομυζάει / να απομυζήσει | να απομυζάμε / να απομυζήσουμε / να απομυζούμε | να απομυζάτε / να απομυζήσετε | να απομυζάν / να απομυζάνε / να απομυζήσουν / να απομυζήσουνε / να απομυζούν / να απομυζούνε |
| Προστακτική | — | απομύζα / απομύζαγε / απομύζησε | — | — | απομυζάτε / απομυζήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →