απομυθοποιώ
•
- αναδεικνύω τις πραγματικές διαστάσεις από κάτι, αφαιρώντας τον μύθο ή τη μυθική διάσταση που το περιβάλλει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομυθοποιώ < απο- + μυθοποιώ < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική entmythologisieren
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομυθοποιώ | απομυθοποιείς | απομυθοποιεί | απομυθοποιούμε | απομυθοποιείτε | απομυθοποιούν / απομυθοποιούνε |
| Παρατατικός | απομυθοποιούσα | απομυθοποιούσες | απομυθοποιούσε | απομυθοποιούσαμε | απομυθοποιούσατε | απομυθοποιούσαν / απομυθοποιούσανε |
| Αόριστος | απομυθοποίησα | απομυθοποίησες | απομυθοποίησε | απομυθοποιήσαμε | απομυθοποιήσατε | απομυθοποίησαν / απομυθοποιήσαν / απομυθοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα απομυθοποιήσω / θα απομυθοποιώ | θα απομυθοποιήσεις / θα απομυθοποιείς | θα απομυθοποιήσει / θα απομυθοποιεί | θα απομυθοποιήσουμε / θα απομυθοποιούμε | θα απομυθοποιήσετε / θα απομυθοποιείτε | θα απομυθοποιήσουν / θα απομυθοποιήσουνε / θα απομυθοποιούν / θα απομυθοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω απομυθοποιήσει | έχεις απομυθοποιήσει | έχει απομυθοποιήσει | έχουμε απομυθοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομυθοποιήσει | είχες απομυθοποιήσει | είχε απομυθοποιήσει | είχαμε απομυθοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απομυθοποιήσει / να απομυθοποιήσω / να απομυθοποιώ | να έχεις απομυθοποιήσει / να απομυθοποιήσεις / να απομυθοποιείς | να έχει απομυθοποιήσει / να απομυθοποιήσει / να απομυθοποιεί | να έχουμε απομυθοποιήσει / να απομυθοποιήσουμε / να απομυθοποιούμε | να απομυθοποιήσετε / να απομυθοποιείτε | να απομυθοποιήσουν / να απομυθοποιήσουνε / να απομυθοποιούν / να απομυθοποιούνε |
| Προστακτική | — | απομυθοποίει / απομυθοποίησε | — | — | απομυθοποιήστε / απομυθοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απομυθοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →