απομυθοποιητικός
•
- που έχει σχέση με την απομυθοποίηση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομυθοποιητικός < απομυθοποιώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απομυθοποιητικός | απομυθοποιητική | απομυθοποιητικό |
| Γενική | απομυθοποιητικού | απομυθοποιητικής | απομυθοποιητικού |
| Αιτιατική | απομυθοποιητικό | απομυθοποιητική | απομυθοποιητικό |
| Κλητική | απομυθοποιητικέ | απομυθοποιητική | απομυθοποιητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απομυθοποιητικοί | απομυθοποιητικές | απομυθοποιητικά |
| Γενική | απομυθοποιητικών | απομυθοποιητικών | απομυθοποιητικών |
| Αιτιατική | απομυθοποιητικούς | απομυθοποιητικές | απομυθοποιητικά |
| Κλητική | απομυθοποιητικοί | απομυθοποιητικές | απομυθοποιητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →