Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομυθοποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απομυθοποίηση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομυθοποιητικός < απομυθοποιώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομυθοποιητικόςαπομυθοποιητικήαπομυθοποιητικό
Γενικήαπομυθοποιητικούαπομυθοποιητικήςαπομυθοποιητικού
Αιτιατικήαπομυθοποιητικόαπομυθοποιητικήαπομυθοποιητικό
Κλητικήαπομυθοποιητικέαπομυθοποιητικήαπομυθοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομυθοποιητικοίαπομυθοποιητικέςαπομυθοποιητικά
Γενικήαπομυθοποιητικώναπομυθοποιητικώναπομυθοποιητικών
Αιτιατικήαπομυθοποιητικούςαπομυθοποιητικέςαπομυθοποιητικά
Κλητικήαπομυθοποιητικοίαπομυθοποιητικέςαπομυθοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →