απομύζηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απομυζώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρασιτισμός, συστηματική απόσπαση χρηματικού οφέλους με τρόπο δόλιο και επιλήψιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομύζηση < απομυζη- (< καθαρεύουσα: ἀπομύζησις < ἀπομυζῶ + -σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απομύζηση | απομυζήσεις |
| Γενική | απομύζησης | απομυζήσεων |
| Αιτιατική | απομύζηση | απομυζήσεις |
| Κλητική | απομύζηση | απομυζήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →