απονέμω
•
- προσφέρω τιμές, τίτλο ή επιβράβευση Βικιλεξικό
- Η διευθύντρια απονέμει τα μετάλλια που κέρδισαν τα παιδιά στους σχολικούς αγώνες.
- γενικότεραπαρέχω, διανέμω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονέμω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπονέμω < ἀπό + νέμω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attribuer
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απονέμω | απονέμεις | απονέμει | απονέμουμε | απονέμετε | απονέμουν / απονέμουνε |
| Παρατατικός | απένεμα | απένεμες | απένεμε | απονέμαμε | απονέματε | απένεμαν / απονέμαν / απονέμανε |
| Αόριστος | απένειμα | απένειμες | απένειμε | απονείμαμε | απονείματε | απένειμαν / απονείμαν / απονείμανε |
| Μέλλοντας | θα απονέμω / θα απονείμω | θα απονέμεις / θα απονείμεις | θα απονέμει / θα απονείμει | θα απονέμουμε / θα απονείμουμε | θα απονέμετε / θα απονείμετε | θα απονέμουν / θα απονέμουνε / θα απονείμουν / θα απονείμουνε |
| Παρακείμενος | έχω απονείμει | έχεις απονείμει | έχει απονείμει | έχουμε απονείμει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απονείμει | είχες απονείμει | είχε απονείμει | είχαμε απονείμει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απονείμει / να απονέμω / να απονείμω | να έχεις απονείμει / να απονέμεις / να απονείμεις | να έχει απονείμει / να απονέμει / να απονείμει | να έχουμε απονείμει / να απονέμουμε / να απονείμουμε | να απονέμετε / να απονείμετε | να απονέμουν / να απονέμουνε / να απονείμουν / να απονείμουνε |
| Προστακτική | — | απόνειμε / απόνεμε | — | — | απονέμετε / απονείμετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →