Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απονομή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απονέμω Βικιλεξικό
    • Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)

Ετυμολογία

απονομή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀπονέμω < ἀπό + νέμω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική distribution)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπονομήαπονομές
Γενικήαπονομήςαπονομών
Αιτιατικήαπονομήαπονομές
Κλητικήαπονομήαπονομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →