αποξένωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξενώνω Βικιλεξικό
- Η Μήδεια υπήρξε το πρώτο θύμα της διαπολιτιστικής νόσου, αυτού που ονομάζεται κατάθλιψη της μετανάστευσης, όταν με θολωμένο το μυαλό από την αποξένωση και την εχθρότητα, προδομένη από τον αγαπημένο της αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό, ξενίτισσα -από το «ξενίτης», που στην ταινία του Αγγελόπουλου «Η αιωνιότητα και μια μέρα» δηλώνει τον «όπου γης ξένο»-, σκότωσε το ίδια τα παιδιά της. (Πάνος Σόμπολος, Γυναίκες δολοφόνοι. Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2019)
Ετυμολογία
αποξένωση < αποξενώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aliénation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποξένωση | αποξενώσεις |
| Γενική | αποξένωσης | αποξενώσεων |
| Αιτιατική | αποξένωση | αποξενώσεις |
| Κλητική | αποξένωση | αποξενώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →