αλλοτρίωση
•
- η αποξένωση, η απώλεια, η εκποίηση, η μεταβίβαση κυριότητας κάποιου πράγματος σε άλλον Βικιλεξικό
- κοινωνιολογίαη διαδικασία αποξένωσης του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλοτρίωση < ελληνιστική κοινή ἀλλοτρίωσις (απώθηση, απώλεια). Κοινωνιολογική σημασία: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική alienation.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοτρίωση | αλλοτριώσεις |
| Γενική | αλλοτρίωσης | αλλοτριώσεων |
| Αιτιατική | αλλοτρίωση | αλλοτριώσεις |
| Κλητική | αλλοτρίωση | αλλοτριώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →