Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποξήρανση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξηραίνω Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξηραίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποξήρανση < (αποξηραίνω) αποξηραν- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + ξήρανση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποξήρανσηαποξηράνσεις
Γενικήαποξήρανσηςαποξηράνσεων
Αιτιατικήαποξήρανσηαποξηράνσεις
Κλητικήαποξήρανσηαποξηράνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →