αποξήρανση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξηραίνω Βικιλεξικό
- ειδικότεραη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξηραίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξήρανση < (αποξηραίνω) αποξηραν- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + ξήρανση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποξήρανση | αποξηράνσεις |
| Γενική | αποξήρανσης | αποξηράνσεων |
| Αιτιατική | αποξήρανση | αποξηράνσεις |
| Κλητική | αποξήρανση | αποξηράνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →