αποξηραίνω
•
- κάνω κάτι ξηρό, το ξηραίνω, αφαιρώντας το νερό που έχει Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αποξεραίνω, ξηραίνω
- ειδικότερααποστραγγίζω (έλος, λίμνη κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξηραίνω < αρχαία ελληνική ἀποξηραίνω < ἀπό + ξηραίνω < ξηρός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποξηραίνω | αποξηραίνεις | αποξηραίνει | αποξηραίνουμε | αποξηραίνετε | αποξηραίνουν / αποξηραίνουνε |
| Παρατατικός | αποξήραινα | αποξήραινες | αποξήραινε | αποξηραίναμε | αποξηραίνατε | αποξήραιναν / αποξηραίναν / αποξηραίνανε |
| Αόριστος | αποξήρανα | αποξήρανες | αποξήρανε | αποξηράναμε | αποξηράνατε | αποξήραναν / αποξηράναν / αποξηράνανε |
| Μέλλοντας | θα αποξηράνω / θα αποξηραίνω | θα αποξηράνεις / θα αποξηραίνεις | θα αποξηράνει / θα αποξηραίνει | θα αποξηράνουμε / θα αποξηραίνουμε | θα αποξηράνετε / θα αποξηραίνετε | θα αποξηράνουν / θα αποξηράνουνε / θα αποξηραίνουν / θα αποξηραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποξηράνει | έχεις αποξηράνει | έχει αποξηράνει | έχουμε αποξηράνει | έχετε αποξηράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποξηράνει | είχες αποξηράνει | είχε αποξηράνει | είχαμε αποξηράνει | είχατε αποξηράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αποξηράνει / να αποξηράνω / να αποξηραίνω | να έχεις αποξηράνει / να αποξηράνεις / να αποξηραίνεις | να έχει αποξηράνει / να αποξηράνει / να αποξηραίνει | να έχουμε αποξηράνει / να αποξηράνουμε / να αποξηραίνουμε | να έχετε αποξηράνει / να αποξηράνετε / να αποξηραίνετε | να αποξηράνουν / να αποξηράνουνε / να αποξηραίνουν / να αποξηραίνουνε |
| Προστακτική | — | αποξήραινε / αποξήρανε | — | — | αποξηράνετε / αποξηραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →