Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποξηραντικός

/a.po.ksi.ɾan.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποξήρανση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
  2. αποστραγγιστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποξηραντικός < αποξηραίνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποξηραντικόςαποξηραντικήαποξηραντικό
Γενικήαποξηραντικούαποξηραντικήςαποξηραντικού
Αιτιατικήαποξηραντικόαποξηραντικήαποξηραντικό
Κλητικήαποξηραντικέαποξηραντικήαποξηραντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποξηραντικοίαποξηραντικέςαποξηραντικά
Γενικήαποξηραντικώναποξηραντικώναποξηραντικών
Αιτιατικήαποξηραντικούςαποξηραντικέςαποξηραντικά
Κλητικήαποξηραντικοίαποξηραντικέςαποξηραντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →