αποπληκτικός
•
- που έχει σχέση με την αποπληξία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπληκτικός < αρχαία ελληνική ἀποπληκτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπληκτικός | αποπληκτική | αποπληκτικό |
| Γενική | αποπληκτικού | αποπληκτικής | αποπληκτικού |
| Αιτιατική | αποπληκτικό | αποπληκτική | αποπληκτικό |
| Κλητική | αποπληκτικέ | αποπληκτική | αποπληκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπληκτικοί | αποπληκτικές | αποπληκτικά |
| Γενική | αποπληκτικών | αποπληκτικών | αποπληκτικών |
| Αιτιατική | αποπληκτικούς | αποπληκτικές | αποπληκτικά |
| Κλητική | αποπληκτικοί | αποπληκτικές | αποπληκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →