πλήττω
•
- αμετάβατοβαριέμαι, δεν έχω κέφι, βρίσκω κάτι αδιάφορο, βαρετό, πληκτικό Βικιλεξικό
- Κάθε φορά που πηγαίνουμε σπίτι τους πλήττουμε. Δεν έχουμε με τι να ασχοληθούμε.
- με κάνει να πλήττω: μου προξενεί πλήξη.
- η πολυλογία του με κάνει να πλήττω αφάνταστα
- μεταβατικόχτυπώ, καταφέρω πλήγμα Βικιλεξικό
- ένας δυνατός τυφώνας έπληξε την ανατολική ακτή του νησιού
- μεταφορικάβλάπτω, ζημιώνω Βικιλεξικό
- ένα νέο σκάνδαλο πλήττει την αξιοπιστία της κυβέρνησης
Ετυμολογία
πλήττω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλήττω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂k- (χτυπώ)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλήττω | πλήττεις | πλήττει | πλήττουμε | πλήττετε | πλήττουν / πλήττουνε |
| Παρατατικός | έπληττα | έπληττες | έπληττε | πλήτταμε | πλήττατε | έπλητταν / πλήτταν / πλήττανε |
| Αόριστος | πλήγηκα | έπληξες | έπληξε | πλήξαμε | πλήξατε | έπληξαν / πλήξαν / πλήξανε |
| Μέλλοντας | θα πλήξω / θα πλήττω | θα πλήξεις / θα πλήττεις | θα πλήξει / θα πλήττει | θα πλήξουμε / θα πλήττουμε | θα πλήξετε / θα πλήττετε | θα πλήξουν / θα πλήξουνε / θα πλήττουν / θα πλήττουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλήξει | έχεις πλήξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλήξει | είχες πλήξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλήξει / να πλήξω / να πλήττω | να έχεις πλήξει / να πλήξεις / να πλήττεις | να πλήξει / να πλήττει | να πλήξουμε / να πλήττουμε | να πλήξετε / να πλήττετε | να πλήξουν / να πλήξουνε / να πλήττουν / να πλήττουνε |
| Προστακτική | — | έχε πληγμένο / πλήξε / πλήττε | — | — | πλήξτε / πλήττετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πλήττομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →