αποπνέω
•
- μυρίζω, βγάζω μια (ευχάριστη ή άσχημη) μυρωδιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω κάποια θετικά χαρακτηριστικά, συναισθήματα κ.λπ. κι αυτό γίνεται φανερό στους άλλους, αισθάνονται πως τα έχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπνέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποπνέω < ἀπό + πνέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pnew-
Άλλοι τύποι
απέπνεααπέπνευσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →