αποπομπή
•
- η ενέργεια με την οποία κάποιος διώχνεται, αποπέμπεται από έναν τόπο ή από τη θέση του, το αξίωμά του Βικιλεξικό
- Ο Τιτοϊσμός άρχισε νά μπαίνει στή ζωή των Γιουγκοσλάβων μετά τήν αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας απ' τήν Cominform, δηλαδή στά μέσα του 1948. (Σάσα Κ. Στάθη, Γιουγκοσλαβία και Τίτο 1919-1953, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ιωάννου Δ. Κολλάρου & Σία Α.Ε., 1983, σελ. 18)
- Η αποτυχία της εκπαιδευτικής πολιτικής οδήγησε στην αποπομπή του αρμόδιου υπουργού.
- ειδικότεραπαύση από εργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπομπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποπομπή (αποτροπή) < πέμπω. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + πομπή.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπομπή | αποπομπές |
| Γενική | αποπομπής | αποπομπών |
| Αιτιατική | αποπομπή | αποπομπές |
| Κλητική | αποπομπή | αποπομπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →