αποπέμπω
•
- διώχνω για ανθρώπους, τους απομακρύνω με υποτιμητικό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπέμπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποπέμπω < ἀπό (απο- + πέμπω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπέμπω | αποπέμπεις | αποπέμπει | αποπέμπουμε | αποπέμπετε | αποπέμπουν / αποπέμπουνε |
| Παρατατικός | απέπεμπα | απέπεμπες | απέπεμπε | αποπέμπαμε | αποπέμπατε | απέπεμπαν / αποπέμπαν / αποπέμπανε |
| Αόριστος | απέπεμψα | απέπεμψες | απέπεμψε | αποπέμψαμε | αποπέμψατε | απέπεμψαν / αποπέμψαν / αποπέμψανε |
| Μέλλοντας | θα αποπέμπω / θα αποπέμψω | θα αποπέμπεις / θα αποπέμψεις | θα αποπέμπει / θα αποπέμψει | θα αποπέμπουμε / θα αποπέμψουμε | θα αποπέμπετε / θα αποπέμψετε | θα αποπέμπουν / θα αποπέμπουνε / θα αποπέμψουν / θα αποπέμψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπέμψει | έχεις αποπέμψει | έχει αποπέμψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπέμψει | είχες αποπέμψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπέμψει / να αποπέμπω / να αποπέμψω | να έχεις αποπέμψει / να αποπέμπεις / να αποπέμψεις | να έχει αποπέμψει / να αποπέμπει / να αποπέμψει | να αποπέμπουμε / να αποπέμψουμε | να αποπέμπετε / να αποπέμψετε | να αποπέμπουν / να αποπέμπουνε / να αποπέμψουν / να αποπέμψουνε |
| Προστακτική | — | απόπεμπε / απόπεμψε | — | — | αποπέμπετε / αποπέμψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποπέμφθηκααποπέμπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →