αποπροσανατολιστικός
•
- που αποπροσανατολίζει, οδηγεί επίτηδες ή κατά λάθος σε λανθασμένη κατεύθυνση, που κυριολεκτικά προσανατολίζει λαθεμένα Βικιλεξικό
- Η πινακίδα ήταν τελικά αποπροσανατολιστική γιατί ο άνεμος την είχε στρέψει στην αντίθετη κατεύθυνση
- μεταφορικάοι ίδιες έννοιες για ζητήματα που δεν έχουν σχέση με γεωγραφικό ή χωροταξικό προσανατολισμό και χαρακτηρίζουν κάποιον/κάτι που προκαλεί αντιπερισπασμούς ή αποπροσανατολίζει Βικιλεξικό
- Ο δημοσιογράφος ήταν αποπροσανατολιστικός και δεν άφηνε κανέναν να μπει στην ουσία επειδή θα θιγόταν ο φίλος του υπουργός
- Συζητούσαμε μια χαρά μέχρι που άνοιξε το στόμα της η Μαρία που όπως ξέρεις λόγω βλακείας και πολυλογίας είναι απολύτως αποπροσανατολιστική
Ετυμολογία
αποπροσανατολιστικός < αποπροσανατολίζ(ω) + -τικος ή εξέλιξη της μετοχής της καθαρεύουσας ἀποπροσανατολίζων
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπροσανατολιστικός | αποπροσανατολιστική | αποπροσανατολιστικό |
| Γενική | αποπροσανατολιστικού | αποπροσανατολιστικής | αποπροσανατολιστικού |
| Αιτιατική | αποπροσανατολιστικό | αποπροσανατολιστική | αποπροσανατολιστικό |
| Κλητική | αποπροσανατολιστικέ | αποπροσανατολιστική | αποπροσανατολιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπροσανατολιστικοί | αποπροσανατολιστικές | αποπροσανατολιστικά |
| Γενική | αποπροσανατολιστικών | αποπροσανατολιστικών | αποπροσανατολιστικών |
| Αιτιατική | αποπροσανατολιστικούς | αποπροσανατολιστικές | αποπροσανατολιστικά |
| Κλητική | αποπροσανατολιστικοί | αποπροσανατολιστικές | αποπροσανατολιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →