Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποπροσανατολιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποπροσανατολίζει, οδηγεί επίτηδες ή κατά λάθος σε λανθασμένη κατεύθυνση, που κυριολεκτικά προσανατολίζει λαθεμένα Βικιλεξικό
    • Η πινακίδα ήταν τελικά αποπροσανατολιστική γιατί ο άνεμος την είχε στρέψει στην αντίθετη κατεύθυνση
  2. μεταφορικάοι ίδιες έννοιες για ζητήματα που δεν έχουν σχέση με γεωγραφικό ή χωροταξικό προσανατολισμό και χαρακτηρίζουν κάποιον/κάτι που προκαλεί αντιπερισπασμούς ή αποπροσανατολίζει Βικιλεξικό
    • Ο δημοσιογράφος ήταν αποπροσανατολιστικός και δεν άφηνε κανέναν να μπει στην ουσία επειδή θα θιγόταν ο φίλος του υπουργός
    • Συζητούσαμε μια χαρά μέχρι που άνοιξε το στόμα της η Μαρία που όπως ξέρεις λόγω βλακείας και πολυλογίας είναι απολύτως αποπροσανατολιστική

Ετυμολογία

αποπροσανατολιστικός < αποπροσανατολίζ(ω) + -τικος ή εξέλιξη της μετοχής της καθαρεύουσας ἀποπροσανατολίζων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποπροσανατολιστικόςαποπροσανατολιστικήαποπροσανατολιστικό
Γενικήαποπροσανατολιστικούαποπροσανατολιστικήςαποπροσανατολιστικού
Αιτιατικήαποπροσανατολιστικόαποπροσανατολιστικήαποπροσανατολιστικό
Κλητικήαποπροσανατολιστικέαποπροσανατολιστικήαποπροσανατολιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποπροσανατολιστικοίαποπροσανατολιστικέςαποπροσανατολιστικά
Γενικήαποπροσανατολιστικώναποπροσανατολιστικώναποπροσανατολιστικών
Αιτιατικήαποπροσανατολιστικούςαποπροσανατολιστικέςαποπροσανατολιστικά
Κλητικήαποπροσανατολιστικοίαποπροσανατολιστικέςαποπροσανατολιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →