αποπροσανατολίζω
•
- δείχνω σε κάποιον λάθος κατεύθυνση Βικιλεξικό
- μεταφορικάστρέφω την προσοχή κάποιου σε μη ουσιώδη ζητήματα, παραπλανώ Βικιλεξικό
- «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)
Ετυμολογία
αποπροσανατολίζω < απο- + προσανατολίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική désorienter)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπροσανατολίζω | αποπροσανατολίζεις | αποπροσανατολίζει | αποπροσανατολίζουμε | αποπροσανατολίζετε | αποπροσανατολίζουν / αποπροσανατολίζουνε |
| Παρατατικός | αποπροσανατόλιζα | αποπροσανατόλιζες | αποπροσανατόλιζε | αποπροσανατολίζαμε | αποπροσανατολίζατε | αποπροσανατολίζαν / αποπροσανατολίζανε / αποπροσανατόλιζαν |
| Αόριστος | αποπροσανατόλισα | αποπροσανατόλισες | αποπροσανατόλισε | αποπροσανατολίσαμε | αποπροσανατολίσατε | αποπροσανατολίσαν / αποπροσανατολίσανε / αποπροσανατόλισαν |
| Μέλλοντας | θα αποπροσανατολίζω / θα αποπροσανατολίσω | θα αποπροσανατολίζεις / θα αποπροσανατολίσεις | θα αποπροσανατολίζει / θα αποπροσανατολίσει | θα αποπροσανατολίζουμε / θα αποπροσανατολίσουμε | θα αποπροσανατολίζετε / θα αποπροσανατολίσετε | θα αποπροσανατολίζουν / θα αποπροσανατολίζουνε / θα αποπροσανατολίσουν / θα αποπροσανατολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπροσανατολίσει | έχεις αποπροσανατολίσει | έχει αποπροσανατολίσει | έχουμε αποπροσανατολίσει | έχετε αποπροσανατολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπροσανατολίσει | είχες αποπροσανατολίσει | είχε αποπροσανατολίσει | είχαμε αποπροσανατολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπροσανατολίσει / να αποπροσανατολίζω / να αποπροσανατολίσω | να έχεις αποπροσανατολίσει / να αποπροσανατολίζεις / να αποπροσανατολίσεις | να έχει αποπροσανατολίσει / να αποπροσανατολίζει / να αποπροσανατολίσει | να έχουμε αποπροσανατολίσει / να αποπροσανατολίζουμε / να αποπροσανατολίσουμε | να έχετε αποπροσανατολίσει / να αποπροσανατολίζετε / να αποπροσανατολίσετε | να αποπροσανατολίζουν / να αποπροσανατολίζουνε / να αποπροσανατολίσουν / να αποπροσανατολίσουνε |
| Προστακτική | — | αποπροσανατόλιζε / αποπροσανατόλισε | — | — | αποπροσανατολίζετε / αποπροσανατολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →