αποπτύω
•
- αρχαιοπρεπέςφτύνω κάτι, το βγάζω από το στόμα μου, συνήθως όχι σάλιο αλλά κάτι άλλο που είχα βάλει προηγουμένως στο στόμα μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπτύω < αρχαία ελληνική ἀποπτύω < ἀπό + πτύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →