Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτύνω

/ˈfti.no/ρήμα
•
  1. εκτοξεύω σάλιο από το στόμα μου Βικιλεξικό
  2. βγάζω από το στόμα μου με δύναμη κάτι (συνήθως ενοχλητικό), π.χ. τροφή ή φλέμα κ.λπ. Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεκτοξεύω Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάδείχνω μεγάλη περιφρόνηση Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάαποφεύγω το μάτιασμα (και στην παθητική φωνή) Βικιλεξικό
    • σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
    • φτύσ' το μην το ματιάσεις, τόσο όμορφο μωρό!
    • φτύνομαι, μην τυχόν και με ματιάσεις

Ετυμολογία

φτύνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτύνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτύω με τροπή [pt] > [ft] και μεταπλασμό + -νω : Δε σχετίζεται το πτύον (φτυάρι).

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφτύνωφτύνειςφτύνειφτύνουμεφτύνετεφτύνουν / φτύνουνε
Παρατατικόςέφτυναέφτυνεςέφτυνεφτύναμεφτύνατεέφτυναν / φτύναν / φτύνανε
Αόριστοςέφτυσαέφτυσεςέφτυσεφτύσαμεφτύσατεέφτυσαν / φτύσαν / φτύσανε
Μέλλονταςθα φτύνω / θα φτύσωθα φτύνεις / θα φτύσειςθα φτύνει / θα φτύσειθα φτύνουμε / θα φτύσουμεθα φτύνετε / θα φτύσετεθα φτύνουν / θα φτύνουνε / θα φτύσουν / θα φτύσουνε
Παρακείμενοςέχω φτύσειέχεις φτύσει————
Υπερσυντέλικοςείχα φτύσειείχες φτύσει————
Υποτακτικήνα έχω φτύσει / να φτύνω / να φτύσωνα έχεις φτύσει / να φτύνεις / να φτύσειςνα φτύνει / να φτύσεινα φτύνουμε / να φτύσουμενα φτύνετε / να φτύσετενα φτύνουν / να φτύνουνε / να φτύσουν / να φτύσουνε
Προστακτική—έχε φτυσμένο / φτύνε / φτύσε——φτύνετε / φτύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

φτύστηκαφτύνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →