φτύνω
•
- εκτοξεύω σάλιο από το στόμα μου Βικιλεξικό
- βγάζω από το στόμα μου με δύναμη κάτι (συνήθως ενοχλητικό), π.χ. τροφή ή φλέμα κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκτοξεύω Βικιλεξικό
- μεταφορικάδείχνω μεγάλη περιφρόνηση Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποφεύγω το μάτιασμα (και στην παθητική φωνή) Βικιλεξικό
- σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- φτύσ' το μην το ματιάσεις, τόσο όμορφο μωρό!
- φτύνομαι, μην τυχόν και με ματιάσεις
Ετυμολογία
φτύνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτύνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτύω με τροπή [pt] > [ft] και μεταπλασμό + -νω : Δε σχετίζεται το πτύον (φτυάρι).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φτύνω | φτύνεις | φτύνει | φτύνουμε | φτύνετε | φτύνουν / φτύνουνε |
| Παρατατικός | έφτυνα | έφτυνες | έφτυνε | φτύναμε | φτύνατε | έφτυναν / φτύναν / φτύνανε |
| Αόριστος | έφτυσα | έφτυσες | έφτυσε | φτύσαμε | φτύσατε | έφτυσαν / φτύσαν / φτύσανε |
| Μέλλοντας | θα φτύνω / θα φτύσω | θα φτύνεις / θα φτύσεις | θα φτύνει / θα φτύσει | θα φτύνουμε / θα φτύσουμε | θα φτύνετε / θα φτύσετε | θα φτύνουν / θα φτύνουνε / θα φτύσουν / θα φτύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φτύσει | έχεις φτύσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φτύσει | είχες φτύσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φτύσει / να φτύνω / να φτύσω | να έχεις φτύσει / να φτύνεις / να φτύσεις | να φτύνει / να φτύσει | να φτύνουμε / να φτύσουμε | να φτύνετε / να φτύσετε | να φτύνουν / να φτύνουνε / να φτύσουν / να φτύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε φτυσμένο / φτύνε / φτύσε | — | — | φτύνετε / φτύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φτύστηκαφτύνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →