αποπωματίζω
•
- λόγιοαφαιρώ κάποιο πώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπωματίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπωματίζω | αποπωματίζεις | αποπωματίζει | αποπωματίζουμε | αποπωματίζετε | αποπωματίζουν / αποπωματίζουνε |
| Παρατατικός | αποπωμάτιζα | αποπωμάτιζες | αποπωμάτιζε | αποπωματίζαμε | αποπωματίζατε | αποπωμάτιζαν / αποπωματίζαν / αποπωματίζανε |
| Αόριστος | αποπωμάτισα | αποπωμάτισες | αποπωμάτισε | αποπωματίσαμε | αποπωματίσατε | αποπωμάτισαν / αποπωματίσαν / αποπωματίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποπωματίζω / θα αποπωματίσω | θα αποπωματίζεις / θα αποπωματίσεις | θα αποπωματίζει / θα αποπωματίσει | θα αποπωματίζουμε / θα αποπωματίσουμε | θα αποπωματίζετε / θα αποπωματίσετε | θα αποπωματίζουν / θα αποπωματίζουνε / θα αποπωματίσουν / θα αποπωματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπωματίσει | έχεις αποπωματίσει | έχει αποπωματίσει | έχουμε αποπωματίσει | έχετε αποπωματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπωματίσει | είχες αποπωματίσει | είχε αποπωματίσει | είχαμε αποπωματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπωματίσει / να αποπωματίζω / να αποπωματίσω | να έχεις αποπωματίσει / να αποπωματίζεις / να αποπωματίσεις | να έχει αποπωματίσει / να αποπωματίζει / να αποπωματίσει | να έχουμε αποπωματίσει / να αποπωματίζουμε / να αποπωματίσουμε | να έχετε αποπωματίσει / να αποπωματίζετε / να αποπωματίσετε | να αποπωματίζουν / να αποπωματίζουνε / να αποπωματίσουν / να αποπωματίσουνε |
| Προστακτική | — | αποπωμάτιζε / αποπωμάτισε | — | — | αποπωματίζετε / αποπωματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →