ξεβουλώνω
•
- αφαιρώ το βούλωμα Βικιλεξικό
- αφαιρώ το πώμα Βικιλεξικό
- για σιφόνιααφαιρώ με ειδική τρόμπα τα ξένα σώματα που στουμπώνονται κατά καιρούς μέσα στους σωλήνες και τους φράζουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεβουλώνω < ξε- + βουλώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →