απορρίπτω
•
- δεν (απο)δέχομαι, δεν εγκρίνω Βικιλεξικό
- ιατρικήαποβάλλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορρίπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπορρίπτω < ἀπό + ῥίπτω. Δείτε ρρ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απορρίπτω | απορρίπτεις | απορρίπτει | απορρίπτουμε | απορρίπτετε | απορρίπτουν / απορρίπτουνε |
| Παρατατικός | απέρριπτα | απέρριπτες | απέρριπτε | απορρίπταμε | απορρίπτατε | απέρριπταν / απορρίπταν / απορρίπτανε |
| Αόριστος | απέρριψα | απέρριψες | απέρριψε | απορρίψαμε | απορρίψατε | απέρριψαν / απορρίψαν / απορρίψανε |
| Μέλλοντας | θα απορρίπτω / θα απορρίψω | θα απορρίπτεις / θα απορρίψεις | θα απορρίπτει / θα απορρίψει | θα απορρίπτουμε / θα απορρίψουμε | θα απορρίπτετε / θα απορρίψετε | θα απορρίπτουν / θα απορρίπτουνε / θα απορρίψουν / θα απορρίψουνε |
| Παρακείμενος | έχω απορρίψει | έχεις απορρίψει | έχει απορρίψει | έχουμε απορρίψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απορρίψει | είχες απορρίψει | είχε απορρίψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απορρίψει / να απορρίπτω / να απορρίψω | να έχεις απορρίψει / να απορρίπτεις / να απορρίψεις | να έχει απορρίψει / να απορρίπτει / να απορρίψει | να έχουμε απορρίψει / να απορρίπτουμε / να απορρίψουμε | να απορρίπτετε / να απορρίψετε | να απορρίπτουν / να απορρίπτουνε / να απορρίψουν / να απορρίψουνε |
| Προστακτική | — | απόρριπτε / απόρριψε | — | — | απορρίπτετε / απορρίψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →