απόρριψη
•
- η άρνηση (κάποιου) να εγκρίνει, να αποδεχτεί (κάποιον/κάτι) Βικιλεξικό
- απόρριψη πρότασης
- Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
- η αξιολόγηση κάποιου ως ακατάλληλου Βικιλεξικό
- η απόρριψη του υποψηφίου
- ιατρικήη αδυναμία του οργανισμού να αφομοιώσει ξένο σώμα ή ξένο ιστό Βικιλεξικό
- απόρριψη μοσχεύματος
- το πέταμα (των απορριμάτων) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόρριψη < από + ρίψη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόρριψη | απορρίψεις |
| Γενική | απόρριψης | απορρίψεων |
| Αιτιατική | απόρριψη | απορρίψεις |
| Κλητική | απόρριψη | απορρίψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →