Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απορροφημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει απορροφηθεί Βικιλεξικό
    • Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

απορροφημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου απορροφώ

Άλλοι τύποι

απορροφημένααπορροφημένεαπορροφημένεςαπορροφημένηαπορροφημένηςαπορροφημένοαπορροφημένοιαπορροφημένοςαπορροφημένουαπορροφημένουςαπορροφημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →