απορροφώ
•
- ρουφώ Βικιλεξικό
- αφομοιώνω, ρουφώ στο εσωτερικό μου μία υγρή ή αέρια ουσία Βικιλεξικό
- το ύφασμα απορροφά το λάδι και η λαδιά δεν φεύγει εύκολα
- η μπογιά απορροφήθηκε από τον τοίχο
- μειώνω ή εξαλείφω την ένταση ενός φαινομένου Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγχωνεύω Βικιλεξικό
- μεταφορικάενσωματώνω, αφομοιώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταναλώνω Βικιλεξικό
- ό,τι δεν απορροφά η ελληνική αγορά εξάγεται αλλά και αντιστρόφως, ό,τι δεν απορροφούν οι εξαγωγές, διοχετεύεται στην εγχώρια
- τα δάνεια απορροφήθηκαν από τις τράπεζες αντί να καλύψουν κοινωνικές ανάγκες
- Η ακριβώς αντίστροφη αλλαγή από την αέρια στην υγρή φάση, καλείται υγροποίηση και αποδίδει την ίδια λανθάνουσα θερμότητα που απορροφήθηκε κατά την εξαέρωση ή εξάτμιση (Ν. Παλικαράκης, Γ. Νικηφορίδης, Φυσική με εφαρμογές στις επιστήμες υγείας, τομ. 3, Πανεπιστήμιο Πατρών, 1986, σελ. 122)
- μεταφορικάπροσλαμβάνω εργατικό δυναμικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάποιον να αφοσιωθεί σε κάτι ολότελα και να ξεχάσει όλα τα άλλα Βικιλεξικό
- με απορρόφησε η δουλειά και ξέχασα να φάω!
- απορροφήθηκα με το διάβασμα-στο διάβασμα
- φυσικήελαττώνω την ένταση ή την ενέργεια ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος καθώς αυτό διαδίδεται μέσα σε υλικό σώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορροφώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπορροφῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπορροφέω (πίνω με ρουφηξιές) < ἀπό + ῥοφέω / ῥοφῶ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική absorber
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απορροφώμαι | — | — | απορροφώμεθα | απορροφάσθε | απορροφώνται |
| Παρατατικός | απορροφιόμουνα | απορροφιόσουνα | απορροφιότανε | — | απορροφιόσαστε | απορροφιούνταν / απορροφιόντανε / απορροφιόντουσαν / απορροφόνταν / απορροφόντουσαν |
| Μέλλοντας | θα απορροφηθώ / θα απορροφώμαι | θα απορροφηθείς | θα απορροφηθεί | θα απορροφώμεθα | θα απορροφάσθε | θα απορροφώνται |
| Υποτακτική | να απορροφηθώ / να απορροφώμαι | να απορροφηθείς | να απορροφηθεί | να απορροφώμεθα | να απορροφάσθε | να απορροφώνται |
| Προστακτική | — | απορροφήσου | — | — | απορροφάσθε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απορροφιέμαι | απορροφάσαι / απορροφιέσαι | απορροφάται / απορροφιέται | απορροφιόμαστε / απορροφόμαστε | απορροφάστε / απορροφιέστε | απορροφιούνται |
| Παρατατικός | απορροφιόμουν / απορροφόμουν | απορροφιόσουν / απορροφόσουν | απορροφιόταν / απορροφόταν | απορροφιόμασταν / απορροφιόμαστε / απορροφόμασταν | απορροφιόσασταν / απορροφόσασταν | απορροφιόνταν |
| Αόριστος | απορροφήθηκα | απορροφήθηκες | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα απορροφιέμαι | θα απορροφάσαι / θα απορροφιέσαι | θα απορροφάται / θα απορροφιέται | θα απορροφιόμαστε / θα απορροφόμαστε | θα απορροφάστε / θα απορροφιέστε | θα απορροφιούνται |
| Υποτακτική | να απορροφιέμαι | να απορροφάσαι / να απορροφιέσαι | να απορροφάται / να απορροφιέται | να απορροφιόμαστε / να απορροφόμαστε | να απορροφάστε / να απορροφιέστε | να απορροφιούνται |
| Προστακτική | — | — | — | — | απορροφάστε / απορροφιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →