Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απορροφώ

/a.po.ɾoˈfo/ρήμα
•
  1. ρουφώ Βικιλεξικό
  2. αφομοιώνω, ρουφώ στο εσωτερικό μου μία υγρή ή αέρια ουσία Βικιλεξικό
    • το ύφασμα απορροφά το λάδι και η λαδιά δεν φεύγει εύκολα
    • η μπογιά απορροφήθηκε από τον τοίχο
  3. μειώνω ή εξαλείφω την ένταση ενός φαινομένου Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάσυγχωνεύω Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάενσωματώνω, αφομοιώνω Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάκαταναλώνω Βικιλεξικό
    • ό,τι δεν απορροφά η ελληνική αγορά εξάγεται αλλά και αντιστρόφως, ό,τι δεν απορροφούν οι εξαγωγές, διοχετεύεται στην εγχώρια
    • τα δάνεια απορροφήθηκαν από τις τράπεζες αντί να καλύψουν κοινωνικές ανάγκες
    • Η ακριβώς αντίστροφη αλλαγή από την αέρια στην υγρή φάση, καλείται υγροποίηση και αποδίδει την ίδια λανθάνουσα θερμότητα που απορροφήθηκε κατά την εξαέρωση ή εξάτμιση (Ν. Παλικαράκης, Γ. Νικηφορίδης, Φυσική με εφαρμογές στις επιστήμες υγείας, τομ. 3, Πανεπιστήμιο Πατρών, 1986, σελ. 122)
  7. μεταφορικάπροσλαμβάνω εργατικό δυναμικό Βικιλεξικό
  8. μεταφορικάκάνω κάποιον να αφοσιωθεί σε κάτι ολότελα και να ξεχάσει όλα τα άλλα Βικιλεξικό
    • με απορρόφησε η δουλειά και ξέχασα να φάω!
    • απορροφήθηκα με το διάβασμα-στο διάβασμα
  9. φυσικήελαττώνω την ένταση ή την ενέργεια ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος καθώς αυτό διαδίδεται μέσα σε υλικό σώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απορροφώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπορροφῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπορροφέω (πίνω με ρουφηξιές) < ἀπό + ῥοφέω / ῥοφῶ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική absorber

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπορροφώμαι——απορροφώμεθααπορροφάσθεαπορροφώνται
Παρατατικόςαπορροφιόμουνααπορροφιόσουνααπορροφιότανε—απορροφιόσαστεαπορροφιούνταν / απορροφιόντανε / απορροφιόντουσαν / απορροφόνταν / απορροφόντουσαν
Μέλλονταςθα απορροφηθώ / θα απορροφώμαιθα απορροφηθείςθα απορροφηθείθα απορροφώμεθαθα απορροφάσθεθα απορροφώνται
Υποτακτικήνα απορροφηθώ / να απορροφώμαινα απορροφηθείςνα απορροφηθείνα απορροφώμεθανα απορροφάσθενα απορροφώνται
Προστακτική—απορροφήσου——απορροφάσθε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπορροφιέμαιαπορροφάσαι / απορροφιέσαιαπορροφάται / απορροφιέταιαπορροφιόμαστε / απορροφόμαστεαπορροφάστε / απορροφιέστεαπορροφιούνται
Παρατατικόςαπορροφιόμουν / απορροφόμουναπορροφιόσουν / απορροφόσουναπορροφιόταν / απορροφόταναπορροφιόμασταν / απορροφιόμαστε / απορροφόμασταναπορροφιόσασταν / απορροφόσασταναπορροφιόνταν
Αόριστοςαπορροφήθηκααπορροφήθηκες————
Μέλλονταςθα απορροφιέμαιθα απορροφάσαι / θα απορροφιέσαιθα απορροφάται / θα απορροφιέταιθα απορροφιόμαστε / θα απορροφόμαστεθα απορροφάστε / θα απορροφιέστεθα απορροφιούνται
Υποτακτικήνα απορροφιέμαινα απορροφάσαι / να απορροφιέσαινα απορροφάται / να απορροφιέταινα απορροφιόμαστε / να απορροφόμαστενα απορροφάστε / να απορροφιέστενα απορροφιούνται
Προστακτική————απορροφάστε / απορροφιέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →