απορροφητικότητα
•
- το να είναι κάποιος απορροφητικός, η ιδιότητα του απορροφητικού Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να μπορεί (κάποιο προϊόν) να απορροφηθεί, να το αφοράσουν ή καταναλώσουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορροφητικότητα < απορροφητικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απορροφητικότητα | απορροφητικότητες |
| Γενική | απορροφητικότητας | απορροφητικοτήτων |
| Αιτιατική | απορροφητικότητα | απορροφητικότητες |
| Κλητική | απορροφητικότητα | απορροφητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →