απορρόφηση
•
- η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
- φυσικήη διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορρόφηση < απορροφώ + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική absorption)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απορρόφηση | απορροφήσεις |
| Γενική | απορρόφησης | απορροφήσεων |
| Αιτιατική | απορρόφηση | απορροφήσεις |
| Κλητική | απορρόφηση | απορροφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →