απορφανισμός
•
- το αποτέλεσμα τού απορφανίζω ή η κατάσταση κάποιου που έχει απορφανιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορφανισμός < απορφανίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απορφανισμός | απορφανισμοί |
| Γενική | απορφανισμού | απορφανισμών |
| Αιτιατική | απορφανισμό | απορφανισμούς |
| Κλητική | απορφανισμέ | απορφανισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →