Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απορφανίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοκάνω κάποιον ορφανό Βικιλεξικό
  2. λόγιοδιώχνω ή αφαιρώ τον ηγέτη, τον αρχηγό κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απορφανίζω < ελληνιστική κοινή ἀπορφανίζω < αρχαία ελληνική ἀπορφανίζομαι < ὀρφανός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπορφανίζωαπορφανίζειςαπορφανίζειαπορφανίζουμεαπορφανίζετεαπορφανίζουν / απορφανίζουνε
Παρατατικόςαπορφάνιζααπορφάνιζεςαπορφάνιζεαπορφανίζαμεαπορφανίζατεαπορφάνιζαν / απορφανίζαν / απορφανίζανε
Αόριστοςαπορφάνισααπορφάνισεςαπορφάνισεαπορφανίσαμεαπορφανίσατεαπορφάνισαν / απορφανίσαν / απορφανίσανε
Μέλλονταςθα απορφανίζω / θα απορφανίσωθα απορφανίζεις / θα απορφανίσειςθα απορφανίζει / θα απορφανίσειθα απορφανίζουμε / θα απορφανίσουμεθα απορφανίζετε / θα απορφανίσετεθα απορφανίζουν / θα απορφανίζουνε / θα απορφανίσουν / θα απορφανίσουνε
Παρακείμενοςέχω απορφανίσειέχεις απορφανίσειέχει απορφανίσειέχουμε απορφανίσειέχετε απορφανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απορφανίσειείχες απορφανίσειείχε απορφανίσειείχαμε απορφανίσει——
Υποτακτικήνα έχω απορφανίσει / να απορφανίζω / να απορφανίσωνα έχεις απορφανίσει / να απορφανίζεις / να απορφανίσειςνα έχει απορφανίσει / να απορφανίζει / να απορφανίσεινα έχουμε απορφανίσει / να απορφανίζουμε / να απορφανίσουμενα έχετε απορφανίσει / να απορφανίζετε / να απορφανίσετενα απορφανίζουν / να απορφανίζουνε / να απορφανίσουν / να απορφανίσουνε
Προστακτική—απορφάνιζε / απορφάνισε——απορφανίζετε / απορφανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →