αποσαρώνω
•
- σπάνιοολοκληρώνω το σάρωμα, το σκούπισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσαρώνω < απο- + σαρώνω < (ελληνιστική κοινή) / σαρῶ < αρχαία ελληνική σαίρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσαρώνω | αποσαρώνεις | αποσαρώνει | αποσαρώνουμε | αποσαρώνετε | αποσαρώνουν / αποσαρώνουνε |
| Παρατατικός | αποσάρωνα | αποσάρωνες | αποσάρωνε | αποσαρώναμε | αποσαρώνατε | αποσάρωναν / αποσαρώναν / αποσαρώνανε |
| Αόριστος | αποσάρωσα | αποσάρωσες | αποσάρωσε | αποσαρώσαμε | αποσαρώσατε | αποσάρωσαν / αποσαρώσαν / αποσαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσαρώνω / θα αποσαρώσω | θα αποσαρώνεις / θα αποσαρώσεις | θα αποσαρώνει / θα αποσαρώσει | θα αποσαρώνουμε / θα αποσαρώσουμε | θα αποσαρώνετε / θα αποσαρώσετε | θα αποσαρώνουν / θα αποσαρώνουνε / θα αποσαρώσουν / θα αποσαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσαρώσει | έχεις αποσαρώσει | έχει αποσαρώσει | έχουμε αποσαρώσει | έχετε αποσαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσαρώσει | είχες αποσαρώσει | είχε αποσαρώσει | είχαμε αποσαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσαρώσει / να αποσαρώνω / να αποσαρώσω | να έχεις αποσαρώσει / να αποσαρώνεις / να αποσαρώσεις | να έχει αποσαρώσει / να αποσαρώνει / να αποσαρώσει | να έχουμε αποσαρώσει / να αποσαρώνουμε / να αποσαρώσουμε | να έχετε αποσαρώσει / να αποσαρώνετε / να αποσαρώσετε | να αποσαρώνουν / να αποσαρώνουνε / να αποσαρώσουν / να αποσαρώσουνε |
| Προστακτική | — | αποσάρωνε / αποσάρωσε | — | — | αποσαρώνετε / αποσαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →