Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαρώνω

ρήμα
•
  1. σκουπίζω χρησιμοποιώντας ένα σάρωθρο (σκούπα) Βικιλεξικό
    • Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
  2. παρασέρνω τα πάντα στο πέρασμά μου καθώς κινούμαι με φοβερή ορμή, καταστρέφω ολοσχερώς κάτι Βικιλεξικό
    • Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
  3. έχω μια εντυπωσιακή επιτυχία, πχ σε διαγωνισμό Βικιλεξικό
  4. ψάχνω ή πηγαίνω σε κάθε πιθανό σημείο Βικιλεξικό
  5. τεχνολογίαψηλαφώ έντυπο ή άλλο αντικείμενο δια φωτεινής ακτινοβολίας και το αναπαριστάνω ψηφιακά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαρώνω < μεσαιωνική ελληνική σαρώνω < (ελληνιστική κοινή) / σαρῶ < αρχαία ελληνική σαίρω < σάρον

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσαρώνωσαρώνειςσαρώνεισαρώνουμεσαρώνετεσαρώνουν / σαρώνουνε
Παρατατικόςσάρωνασάρωνεςσάρωνεσαρώναμεσαρώνατεσάρωναν / σαρώναν / σαρώνανε
Αόριστοςσάρωσασάρωσεςσάρωσεσαρώσαμεσαρώσατεσάρωσαν / σαρώσαν / σαρώσανε
Μέλλονταςθα σαρώνω / θα σαρώσωθα σαρώνεις / θα σαρώσειςθα σαρώνει / θα σαρώσειθα σαρώνουμε / θα σαρώσουμεθα σαρώνετε / θα σαρώσετεθα σαρώνουν / θα σαρώνουνε / θα σαρώσουν / θα σαρώσουνε
Παρακείμενοςέχω σαρώσειέχεις σαρώσειέχει σαρώσειέχουμε σαρώσειέχετε σαρώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σαρώσειείχες σαρώσειείχε σαρώσειείχαμε σαρώσει——
Υποτακτικήνα έχω σαρώσει / να σαρώνω / να σαρώσωνα έχεις σαρώσει / να σαρώνεις / να σαρώσειςνα έχει σαρώσει / να σαρώνει / να σαρώσεινα έχουμε σαρώσει / να σαρώνουμε / να σαρώσουμενα έχετε σαρώσει / να σαρώνετε / να σαρώσετενα σαρώνουν / να σαρώνουνε / να σαρώσουν / να σαρώσουνε
Προστακτική—σάρωνε / σάρωσε——σαρώνετε / σαρώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →