σαρώνω
•
- σκουπίζω χρησιμοποιώντας ένα σάρωθρο (σκούπα) Βικιλεξικό
- Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
- παρασέρνω τα πάντα στο πέρασμά μου καθώς κινούμαι με φοβερή ορμή, καταστρέφω ολοσχερώς κάτι Βικιλεξικό
- Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
- έχω μια εντυπωσιακή επιτυχία, πχ σε διαγωνισμό Βικιλεξικό
- ψάχνω ή πηγαίνω σε κάθε πιθανό σημείο Βικιλεξικό
- τεχνολογίαψηλαφώ έντυπο ή άλλο αντικείμενο δια φωτεινής ακτινοβολίας και το αναπαριστάνω ψηφιακά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαρώνω < μεσαιωνική ελληνική σαρώνω < (ελληνιστική κοινή) / σαρῶ < αρχαία ελληνική σαίρω < σάρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαρώνω | σαρώνεις | σαρώνει | σαρώνουμε | σαρώνετε | σαρώνουν / σαρώνουνε |
| Παρατατικός | σάρωνα | σάρωνες | σάρωνε | σαρώναμε | σαρώνατε | σάρωναν / σαρώναν / σαρώνανε |
| Αόριστος | σάρωσα | σάρωσες | σάρωσε | σαρώσαμε | σαρώσατε | σάρωσαν / σαρώσαν / σαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα σαρώνω / θα σαρώσω | θα σαρώνεις / θα σαρώσεις | θα σαρώνει / θα σαρώσει | θα σαρώνουμε / θα σαρώσουμε | θα σαρώνετε / θα σαρώσετε | θα σαρώνουν / θα σαρώνουνε / θα σαρώσουν / θα σαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαρώσει | έχεις σαρώσει | έχει σαρώσει | έχουμε σαρώσει | έχετε σαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαρώσει | είχες σαρώσει | είχε σαρώσει | είχαμε σαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαρώσει / να σαρώνω / να σαρώσω | να έχεις σαρώσει / να σαρώνεις / να σαρώσεις | να έχει σαρώσει / να σαρώνει / να σαρώσει | να έχουμε σαρώσει / να σαρώνουμε / να σαρώσουμε | να έχετε σαρώσει / να σαρώνετε / να σαρώσετε | να σαρώνουν / να σαρώνουνε / να σαρώσουν / να σαρώσουνε |
| Προστακτική | — | σάρωνε / σάρωσε | — | — | σαρώνετε / σαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →