Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσαφηνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποσαφήνιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσαφηνιστικός < αποσαφηνίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσαφηνιστικόςαποσαφηνιστικήαποσαφηνιστικό
Γενικήαποσαφηνιστικούαποσαφηνιστικήςαποσαφηνιστικού
Αιτιατικήαποσαφηνιστικόαποσαφηνιστικήαποσαφηνιστικό
Κλητικήαποσαφηνιστικέαποσαφηνιστικήαποσαφηνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσαφηνιστικοίαποσαφηνιστικέςαποσαφηνιστικά
Γενικήαποσαφηνιστικώναποσαφηνιστικώναποσαφηνιστικών
Αιτιατικήαποσαφηνιστικούςαποσαφηνιστικέςαποσαφηνιστικά
Κλητικήαποσαφηνιστικοίαποσαφηνιστικέςαποσαφηνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →