αποσαφηνιστικός
•
- που έχει σχέση με την αποσαφήνιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσαφηνιστικός < αποσαφηνίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσαφηνιστικός | αποσαφηνιστική | αποσαφηνιστικό |
| Γενική | αποσαφηνιστικού | αποσαφηνιστικής | αποσαφηνιστικού |
| Αιτιατική | αποσαφηνιστικό | αποσαφηνιστική | αποσαφηνιστικό |
| Κλητική | αποσαφηνιστικέ | αποσαφηνιστική | αποσαφηνιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσαφηνιστικοί | αποσαφηνιστικές | αποσαφηνιστικά |
| Γενική | αποσαφηνιστικών | αποσαφηνιστικών | αποσαφηνιστικών |
| Αιτιατική | αποσαφηνιστικούς | αποσαφηνιστικές | αποσαφηνιστικά |
| Κλητική | αποσαφηνιστικοί | αποσαφηνιστικές | αποσαφηνιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →