διευκρινιστικός
•
- που διευκρινίζει, που ξεκαθαρίζει, που επεξηγεί ή ζητάει κάποιες επεξηγήσεις Βικιλεξικό
- οι δημοσιογράφοι ζήτησαν να υποβάλλουν μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις
Ετυμολογία
διευκρινιστικός < (διευκρινίζω) διευκρινισ- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διευκρινιστικός | διευκρινιστική | διευκρινιστικό |
| Γενική | διευκρινιστικού | διευκρινιστικής | διευκρινιστικού |
| Αιτιατική | διευκρινιστικό | διευκρινιστική | διευκρινιστικό |
| Κλητική | διευκρινιστικέ | διευκρινιστική | διευκρινιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διευκρινιστικοί | διευκρινιστικές | διευκρινιστικά |
| Γενική | διευκρινιστικών | διευκρινιστικών | διευκρινιστικών |
| Αιτιατική | διευκρινιστικούς | διευκρινιστικές | διευκρινιστικά |
| Κλητική | διευκρινιστικοί | διευκρινιστικές | διευκρινιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →