Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διευκρινιστικός

/ði.ef.kɾi.ni.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διευκρινίζει, που ξεκαθαρίζει, που επεξηγεί ή ζητάει κάποιες επεξηγήσεις Βικιλεξικό
    • οι δημοσιογράφοι ζήτησαν να υποβάλλουν μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις

Ετυμολογία

διευκρινιστικός < (διευκρινίζω) διευκρινισ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιευκρινιστικόςδιευκρινιστικήδιευκρινιστικό
Γενικήδιευκρινιστικούδιευκρινιστικήςδιευκρινιστικού
Αιτιατικήδιευκρινιστικόδιευκρινιστικήδιευκρινιστικό
Κλητικήδιευκρινιστικέδιευκρινιστικήδιευκρινιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιευκρινιστικοίδιευκρινιστικέςδιευκρινιστικά
Γενικήδιευκρινιστικώνδιευκρινιστικώνδιευκρινιστικών
Αιτιατικήδιευκρινιστικούςδιευκρινιστικέςδιευκρινιστικά
Κλητικήδιευκρινιστικοίδιευκρινιστικέςδιευκρινιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →