Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσβεστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απόσβεση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσβεστικός < αποσβένω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσβεστικόςαποσβεστικήαποσβεστικό
Γενικήαποσβεστικούαποσβεστικήςαποσβεστικού
Αιτιατικήαποσβεστικόαποσβεστικήαποσβεστικό
Κλητικήαποσβεστικέαποσβεστικήαποσβεστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσβεστικοίαποσβεστικέςαποσβεστικά
Γενικήαποσβεστικώναποσβεστικώναποσβεστικών
Αιτιατικήαποσβεστικούςαποσβεστικέςαποσβεστικά
Κλητικήαποσβεστικοίαποσβεστικέςαποσβεστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →