αποσκελετωμένος
•
- σκελετωμένος, αποστεωμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσκελετωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσκελετώνω
Άλλοι τύποι
αποσκελετωμένααποσκελετωμένεαποσκελετωμένεςαποσκελετωμένηαποσκελετωμένηςαποσκελετωμένοαποσκελετωμένοιαποσκελετωμένοςαποσκελετωμένουαποσκελετωμένουςαποσκελετωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →