σκελετός
•
- ανατομίατο σύνολο των οστών ενός οργανισμού, ιδιαίτερα όταν μετά το θάνατο έχουν αποσυντεθεί όλα τα μαλακά μόρια και έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα οστά Βικιλεξικό
- βρέθηκε σε ανασκαφές ο σκελετός ενός δεινόσαυρου
- ένας πολύ αδύνατος άνθρωπος Βικιλεξικό
- ο φέρων οργανισμός (από οπλισμένο σκυρόδεμα ή σίδερο ή άλλο υλικό) ενός κτηρίου ή άλλης κατασκευής, οποιοδήποτε υποσύστημα παρέχει εσωτερική υποστήριξη στα υπόλοιπα μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου Βικιλεξικό
- το σχεδιάγραμμα με τις κύριες ιδέες και τη διάρθρωση ενός κειμένου Βικιλεξικό
- Ἔχομε κι' ὅλας ἐδῶ ἕνα πρῶτο σκελετό τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Μ. πού κοντά στό ψυχόδραμα θά βάλη στά σκαριά την κοινωνιομετρία, μελέτη τῶν εἰδικῶν φαινομένων πόὺ χαρακτηρίζουν καὶ διαμορφώνουν τὶς σχέσεις τῶν ἀτόμων μέσα στὴν ὁμάδα, μὲ βάση τὴν αὐθορμησία, καθὼς καὶ τὴ διερεύνηση τοῦ βαθμοῦ τῆς γνησιότητός της. (Παιδεία και ζωή, τεύχη 64-81, 1958, σελ. 205)
Ετυμολογία
σκελετός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκελετός < αρχαία ελληνική σκέλλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)kelh₁- (ξηραίνω, μαραίνω)
Άλλοι τύποι
σκελετάσκελετέσκελετοίσκελετούσκελετούςσκελετόσκελετών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →