αποσκληραίνω
•
- κάνω πιο σκληρό Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω πιο σκληρό Βικιλεξικό
- αφαιρώ τη σκληρότητα (όπως από το νερό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσκληραίνω < :* σημασία «κάνω πιο σκληρό» < αποσκληρύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποσκληρύνω < ἀπο- επιτατικό + σκληρύνω :* σημασία «αφαιρώ τη σκληρότητα» < απο- στερητικό + σκληραίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσκληραίνω | αποσκληραίνεις | αποσκληραίνει | αποσκληραίνουμε | αποσκληραίνετε | αποσκληραίνουν / αποσκληραίνουνε |
| Παρατατικός | αποσκλήραινα | αποσκλήραινες | αποσκλήραινε | αποσκληραίναμε | αποσκληραίνατε | αποσκλήραιναν / αποσκληραίναν / αποσκληραίνανε |
| Αόριστος | αποσκλήρυνα | αποσκλήρυνες | αποσκλήρυνε | αποσκληρύναμε | αποσκληρύνατε | αποσκλήρυναν / αποσκληρύναν / αποσκληρύνανε |
| Μέλλοντας | θα αποσκληραίνω / θα αποσκληρύνω | θα αποσκληραίνεις / θα αποσκληρύνεις | θα αποσκληραίνει / θα αποσκληρύνει | θα αποσκληραίνουμε / θα αποσκληρύνουμε | θα αποσκληραίνετε / θα αποσκληρύνετε | θα αποσκληραίνουν / θα αποσκληραίνουνε / θα αποσκληρύνουν / θα αποσκληρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσκληρύνει | έχεις αποσκληρύνει | έχει αποσκληρύνει | έχουμε αποσκληρύνει | έχετε αποσκληρύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσκληρύνει | είχες αποσκληρύνει | είχε αποσκληρύνει | είχαμε αποσκληρύνει | είχατε αποσκληρύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσκληρύνει / να αποσκληραίνω / να αποσκληρύνω | να έχεις αποσκληρύνει / να αποσκληραίνεις / να αποσκληρύνεις | να έχει αποσκληρύνει / να αποσκληραίνει / να αποσκληρύνει | να έχουμε αποσκληρύνει / να αποσκληραίνουμε / να αποσκληρύνουμε | να έχετε αποσκληρύνει / να αποσκληραίνετε / να αποσκληρύνετε | να αποσκληραίνουν / να αποσκληραίνουνε / να αποσκληρύνουν / να αποσκληρύνουνε |
| Προστακτική | — | αποσκλήραινε / αποσκλήρυνε | — | — | αποσκληραίνετε / αποσκληρύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →