σκληρός
•
- συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου φέρεται άσπλαχνα, χωρίς αγάπη, συμπόνια, επιείκεια ή καλοσύνη Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου αντέχει σε κακουχίες και αντιξοότητες Βικιλεξικό
- μεταφορικάανυποχώρητος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκουραστικός, επαχθής Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιβλαβής, δυσάρεστος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου περιέχει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ Βικιλεξικό
- Γέμιζα τις τσέπες μου με ξηρούς καρπούς, το ποτήρι μου με βερμούτ -το σκληρότερο ποτό στον μπουφέ- και καθόμουν παράμερα. (Πέτρος Τατσόπουλος Το αγόρι της πρωινής συγγνώμης [διήγημα])
- για άνεμοδυνατός, (για καιρικές συνθήκες) απότομος Βικιλεξικό
- 1824 ⌘ Ανδρέας Κάλβος, ᾨδὴ τετάρτη [IV] «Εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον», 1η στροιφή, ποιητική συλλογή Λύρα. Γενεύη, 1824.
Ετυμολογία
σκληρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκληρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκληρός | σκληρή | σκληρό |
| Γενική | σκληρού | σκληρής | σκληρού |
| Αιτιατική | σκληρό | σκληρή | σκληρό |
| Κλητική | σκληρέ | σκληρή | σκληρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκληροί | σκληρές | σκληρά |
| Γενική | σκληρών | σκληρών | σκληρών |
| Αιτιατική | σκληρούς | σκληρές | σκληρά |
| Κλητική | σκληροί | σκληρές | σκληρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →