Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκληρός

/skliˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου φέρεται άσπλαχνα, χωρίς αγάπη, συμπόνια, επιείκεια ή καλοσύνη Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου αντέχει σε κακουχίες και αντιξοότητες Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάανυποχώρητος Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάκουραστικός, επαχθής Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάεπιβλαβής, δυσάρεστος Βικιλεξικό
  7. μεταφορικάπου περιέχει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ Βικιλεξικό
    • Γέμιζα τις τσέπες μου με ξηρούς καρπούς, το ποτήρι μου με βερμούτ -το σκληρότερο ποτό στον μπουφέ- και καθόμουν παράμερα. (Πέτρος Τατσόπουλος Το αγόρι της πρωινής συγγνώμης [διήγημα])
  8. για άνεμοδυνατός, (για καιρικές συνθήκες) απότομος Βικιλεξικό
    • 1824 ⌘ Ανδρέας Κάλβος, ᾨδὴ τετάρτη [IV] «Εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον», 1η στροιφή, ποιητική συλλογή Λύρα. Γενεύη, 1824.

Ετυμολογία

σκληρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκληρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκληρόςσκληρήσκληρό
Γενικήσκληρούσκληρήςσκληρού
Αιτιατικήσκληρόσκληρήσκληρό
Κλητικήσκληρέσκληρήσκληρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκληροίσκληρέςσκληρά
Γενικήσκληρώνσκληρώνσκληρών
Αιτιατικήσκληρούςσκληρέςσκληρά
Κλητικήσκληροίσκληρέςσκληρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →