αποσπαργανώνω
•
- λαϊκότροποολοκληρώνω τη διαδικασία του σπαργανώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσπαργανώνω < απο- + σπαργανώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσπαργανώνω | αποσπαργανώνεις | αποσπαργανώνει | αποσπαργανώνουμε | αποσπαργανώνετε | αποσπαργανώνουν / αποσπαργανώνουνε |
| Παρατατικός | αποσπαργάνωνα | αποσπαργάνωνες | αποσπαργάνωνε | αποσπαργανώναμε | αποσπαργανώνατε | αποσπαργάνωναν / αποσπαργανώναν / αποσπαργανώνανε |
| Αόριστος | αποσπαργάνωσα | αποσπαργάνωσες | αποσπαργάνωσε | αποσπαργανώσαμε | αποσπαργανώσατε | αποσπαργάνωσαν / αποσπαργανώσαν / αποσπαργανώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσπαργανώνω / θα αποσπαργανώσω | θα αποσπαργανώνεις / θα αποσπαργανώσεις | θα αποσπαργανώνει / θα αποσπαργανώσει | θα αποσπαργανώνουμε / θα αποσπαργανώσουμε | θα αποσπαργανώνετε / θα αποσπαργανώσετε | θα αποσπαργανώνουν / θα αποσπαργανώνουνε / θα αποσπαργανώσουν / θα αποσπαργανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσπαργανώσει | έχεις αποσπαργανώσει | έχει αποσπαργανώσει | έχουμε αποσπαργανώσει | έχετε αποσπαργανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσπαργανώσει | είχες αποσπαργανώσει | είχε αποσπαργανώσει | είχαμε αποσπαργανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνω / να αποσπαργανώσω | να έχεις αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνεις / να αποσπαργανώσεις | να έχει αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνει / να αποσπαργανώσει | να έχουμε αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνουμε / να αποσπαργανώσουμε | να έχετε αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνετε / να αποσπαργανώσετε | να αποσπαργανώνουν / να αποσπαργανώνουνε / να αποσπαργανώσουν / να αποσπαργανώσουνε |
| Προστακτική | — | αποσπαργάνωνε / αποσπαργάνωσε | — | — | αποσπαργανώνετε / αποσπαργανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →