Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσπαργανώνω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποολοκληρώνω τη διαδικασία του σπαργανώματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσπαργανώνω < απο- + σπαργανώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσπαργανώνωαποσπαργανώνειςαποσπαργανώνειαποσπαργανώνουμεαποσπαργανώνετεαποσπαργανώνουν / αποσπαργανώνουνε
Παρατατικόςαποσπαργάνωνααποσπαργάνωνεςαποσπαργάνωνεαποσπαργανώναμεαποσπαργανώνατεαποσπαργάνωναν / αποσπαργανώναν / αποσπαργανώνανε
Αόριστοςαποσπαργάνωσααποσπαργάνωσεςαποσπαργάνωσεαποσπαργανώσαμεαποσπαργανώσατεαποσπαργάνωσαν / αποσπαργανώσαν / αποσπαργανώσανε
Μέλλονταςθα αποσπαργανώνω / θα αποσπαργανώσωθα αποσπαργανώνεις / θα αποσπαργανώσειςθα αποσπαργανώνει / θα αποσπαργανώσειθα αποσπαργανώνουμε / θα αποσπαργανώσουμεθα αποσπαργανώνετε / θα αποσπαργανώσετεθα αποσπαργανώνουν / θα αποσπαργανώνουνε / θα αποσπαργανώσουν / θα αποσπαργανώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποσπαργανώσειέχεις αποσπαργανώσειέχει αποσπαργανώσειέχουμε αποσπαργανώσειέχετε αποσπαργανώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποσπαργανώσειείχες αποσπαργανώσειείχε αποσπαργανώσειείχαμε αποσπαργανώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνω / να αποσπαργανώσωνα έχεις αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνεις / να αποσπαργανώσειςνα έχει αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνει / να αποσπαργανώσεινα έχουμε αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνουμε / να αποσπαργανώσουμενα έχετε αποσπαργανώσει / να αποσπαργανώνετε / να αποσπαργανώσετενα αποσπαργανώνουν / να αποσπαργανώνουνε / να αποσπαργανώσουν / να αποσπαργανώσουνε
Προστακτική—αποσπαργάνωνε / αποσπαργάνωσε——αποσπαργανώνετε / αποσπαργανώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →